ἄκρος

ἄκρος, , -ον
Grammatical information: adj.
Meaning: `at the farthest point, topmost, outermost' (Il.). Old ἄκρα f., ἄκρον n. `highest or farthest point, headland, cape'; Hom. κατ' ἄκρης (πόλιος) `from the highest point down' hence `completely, utterly', also κατ' ἄκρηθεν (which became κατὰ κρῆθεν through association with κάρα), s. Leumann Hom. Wörter 56ff.
Compounds: ἀκρόπολις (Od.; the Iliad still has ἄκρη πόλις, Frisk IF 52, 282ff., Risch IF 59, 20); ἀκραής often interpreted as `blowing vehemently', but prob. orig.`blowing on\/from the heights'.
Derivatives: ἄκρις, -ιος f. `hill-top, mountain peak' (Od.), always pl.; s. on ὄκρις. ἀκραῖος `dwelling on heights'.
Origin: IE [Indo-European] [18] *h₂eḱ- `sharp, pointed; stone (?)'
Etymology: The root *h₂eḱ- is widespread in IE, and ther are several r-derivatives: Skt. áśri- f. `corner, sharp side', catur-aśra- `quadrangular', Lat. ācer, -ris, -re (with unexplained length), W. PN Aχrotalus `with high forehead', OIr. ér `high', OLith. aštras, OCS ostrъ `sharp'. (For akro- in Illyrian s. Krahe Pannonia 1937, 310 n. 40, Karg WuS NF. 4, 183.) - Heth. ḫekur `rock(point)' is unrelated. - See further ἀκη, ἀκμή and ὄκρις. Connection with the root *h₂eḱ- was often unjustly assumed by modern scholarship, see e.g. ἀκαλήφη, ἀκόστη, ἄκορνα, ἀκριβής.
Page in Frisk: 1,59-60

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄκρος — at the farthest point masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκρος — α, ο (Α ἄκρος, α, ον) 1. αυτός που βρίσκεται στην άκρη, ακρινός, ακριανός, ακραίος 2. αυτός που έφτασε στον ανώτατο βαθμό τής ιδιότητας του, πρώτος, υπέροχος, έξοχος 3. (για καταστάσεις) απόλυτος, πλήρης, τέλειος 4. (ως μαθημ. όρος, συνήθ. στον… …   Dictionary of Greek

  • άκρος — α, ο 1. αυτός που βρίσκεται στο πιο μακρινό σημείο: Εκείνος, όπως είπαν, ήταν ο άκρος σταθμός του σιδηροδρόμου. 2. αυτός που φτάνει στον ανώτατο βαθμό: Επικρατούσε άκρα σιωπή. 3. υπερβολικός: Αυτοί ως χτες ήταν άκροι φίλοι (βλ. και άκρο) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακρόσ. быть достаточный, — [соос] εκ. целый, нетронутый, невредимый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀκρότερον — ἄκρος at the farthest point adverbial comp ἄκρος at the farthest point masc acc comp sg ἄκρος at the farthest point neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροτάτων — ἄκρος at the farthest point fem gen superl pl ἄκρος at the farthest point masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροτέρων — ἄκρος at the farthest point fem gen comp pl ἄκρος at the farthest point masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκρότατα — ἄκρος at the farthest point adverbial superl ἄκρος at the farthest point neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκρότατον — ἄκρος at the farthest point masc acc superl sg ἄκρος at the farthest point neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκρως — ἄκρος at the farthest point adverbial ἄκρος at the farthest point masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροτάταις — ἄκρος at the farthest point fem dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.